1η: Αφού τελείωσαν οι τελετές παράδοσης της φλόγας και οι σχετική δεξίωση των ιταλικών αρχών, αργά το βράδυ μια ομάδα Αξιωματικών βγήκαμε να πάμε μια βόλτα στην πόλη. Σε μια πλατεία συναντάμε έναν Υπαξιωματικό μηχανικό (τότε βγαίνανε με στολή) να διαπραγματεύεται-μισοτσακώνεται σε πολύ σπαστά Αγγλικά με μια γυναίκα που την καταλάβαμε ότι ήταν του επαγγέλματος.
Τον ρωτήσαμε αν θέλει βοήθεια, μας είπε ότι ήθελε να πάει μαζί της αλλά δεν μπορούσαν να συνεννοηθούνε και να συμφωνήσουνε στην τιμή. Ανέλαβα εγώ να κάνω τον διερμηνέα, πλησιάζω την κοπέλα και ρωτάω ποιο είναι το πρόβλημα. του απαντά ότι η ταρίφα είναι 10000 λιρέτες. Τη στιγμή εκείνη αντιλήφθηκα ότι πρόκειτο περί άνδρα ντυμένου γυναίκα κοινώς τραβεστί. Επειδή την εποχή εκείνη (1968) εδώ στην Ελλάδα δεν γνωρίζαμε περί τραβεστί, και οι παθητικοί πλήρωναν για να πάει κάποιος μαζί τους, ρώτησα αυθόρμητα: "Ποιος θα πληρώσει, αυτός ή εσύ?" Τα ξεφωνητά, οι βρισιές και οι απειλές του Ιταλού τραβεστί ακούγονται ακόμη στα αυτιά μου. Φυσικά ο υπαξιωματικός έφυγε απογοητευμένος, όχι γιατί δεν έκανε τίποτε, αλλά επειδή δεν είχε καταλάβει περί τίνος επρόκειτο.
2η: Στο ταξίδι προς Γένοβα, παρακαλέσαμε τον Έλληνα συνοδό της Ολυμπιακής φλόγας, να μας δώσει για ενθύμιο δάδες που θα περίσσευαν. Πράγματι έτσι και έγινε και μας έδωσε μερικές που ήταν ήδη χρησιμοποιημένες, αλλά και άλλες που ήταν αχρησιμοποίητες. Οι μεν χρησιμοποιημένες ήταν αβλαβείς, οι δε αχρησιμοποίητες επειδή ήταν εύφλεκτες, αποτελούσαν πιθανή εστία πυρκαϊάς. Ένας λοιπόν τυχερός (όνομα και μη χωριό) που του έτυχε αχρησιμοποίητη, αποφάσισε να την ανάψει για να ξεφορτωθεί την καύσιμη ύλη και να αισθάνεται ασφαλής. Την ανάβει λοιπόν στο κατάστρωμα, (το πλοίο είχε αποπλεύσει επιστρέφοντας) και περίμενε να ολοκληρωθεί η καύση για να την φυλάξει και να την πάρει σπίτι του. Για κακή του τύχη, ο Κυβερνήτης αποφάσισε να σημάνει γυμνάσιο συναγερμού και έπρεπε να πάει στη θέση του. Λυπήθηκε τη δάδα να την πετάξει στη θάλασσα και αποφάσισε να την σβήσει στις ντουζιέρες Αξιωματικών. Η καταραμένη η δάδα όμως ήταν έτσι φτιαγμένη ώστε να αντέχει στο νερό, αλλά έβγαζε τρομερό καπνό. Ντουμανιάζει ό χώρος γύρω από τα ωμάτια και νιπτήρια Αξιωματικών, και για κακή τύχη του "λαμπαδηφόρου" εκείνη την στιγμή κατέβηκε στο δωμάτιό του ο Κυβερνήτης Αντιπλοίαρχος Μανώλος, ο οποίος φυσικά τρομοκρατήθηκε γιατί νόμιζε ότι είχε ξεσπάσει πυρκαγιά. Ευτυχώς εκεί κοντά ήταν ο ψύχραιμος Ύπαρχος αείμνηστος Σταύρος Δεμέστιχας, ο οποίος καθησύχασε τον Κυβερνήτη και πήρε τη δάδα και την πέταξε στη θάλασσα, βάζοντας τέρμα στα όνειρα του "λαμπαδηφόρου" Αξιωματικού να έχει ως ενθύμιο μια Ολυμπιακή δάδα.
3η: Στην προετοιμασία απάρσεως από τη Γένοβα, παρουσιάστηκε πρόβλημα στο κύριο ψυγείο της μιας μηχανής γιατί δεν σήκωνε κενό (Οι μηχανικοί καταλαβαίνουν). Η καθυστέρηση του απόπλου σε τέτοια ταξείδια αποτελεί ντροπή για ένα Ναυτικό με παράδοση, γι αυτό το πρόβλημα έπρεπε να αντιμετωπισθεί γρήγορα με τσιμέντο ταχείας πήξεως. Ο 2ος Μηχανικός Γ. Σκλιβάνος, ιδρωμένος, λερωμένος, με αγωνία κλπ, προσπαθεί να εξηγήσει στον Ιταλό Αξιωματικό σύνδεσμο, επιστρατεύοντας όλες τις γνώσεις του στην Αγγλική γλώσσα, ζητώντας "cement" , ή άλλες παρεμφερείς λέξεις. Μετά από ένα πεντάλεπτο ασυνεννοησίας, κάποια στιγμή έλαμψε το πρόσωπο του Ιταλού που είπε στον Σκλιβάνο: " Oh! you mean tsimento?", γιατί το τσιμέντο είναι Ιταλική λέξη. Όλοι οι παρευρισκόμενοι ξέσπασαν σε γέλια, ο Ιταλός σύνδεσμος έφυγε αστραπιαία, το τσιμέντο ήρθε αμέσως, η βλάβη αποκαταστάθηκε έγκαιρα και αποπλεύσαμε στην ώρα μας χωρίς δυσάρεστα επακόλουθα.
Φιλικά
Κώστας Μητάκος






