D 63

xristodoulou«Τσαρκάραν» οι ναύτες του πολεμικού ναυτικού από τη Σούδα
στα Χανιά, τα βράδια στης «ντάμπιας» τα πολύχρωμα στενά
οι «πεταλούδες» μ’ αναμμένο το κόκκινο φωτάκι σε ετοιμότητα
στο κορμί τους να «ξεδιψάσουν», να πνίξουνε τον κάθε τους σεβντά.

Στου «Τσιτσιρίδη» το παλιό μαγέρικο βράδυ σε βράδυ
στο τέλος, δεξιά, σ’ ένα από τα πολλά πολύχρωμα σοκάκια
μια ομελέτα με τηγανητές πατάτες και μισόκιλα πολλά 
έπιναν και σούρωναν κι έρχονταν, κάθε βράδυ, στα μεράκια.

Κελευστές και δίοποι «εξόδο» αντάμα με τους ναύτες
ο Αντώνης, ο Βαγγέλης, ο Θανάσης, ο Γιάννης κι ο Κωστής
με τη φωνή του Καζατζίδη φέρνανε ατέλειωτες στροφές
το δρόμο «έφραζε», η μακροχρόνια θητεία, της ζωής.

Με το «πρασέ» μαλλί του καθαρό και καλοχτενισμένο
ο Μήτσος, ο Κερκυραίος, μάγκας, λιγνός και ζωηρός
σε δύο επί δύο, πάνω στο τραπέζι, έφερνε με κέφι τις στροφές 
παλαμάκια σπασίματα φωνές, μας τρέλαινε όλους ο χορός.

Με τη «λευκή», στην πλάτη του, πετσέτα ο ταβερνιάρης
ένας ψηλός, γεμάτος, σαραντάρης Κρητικός μουστακαλής
φώναζε στην κατσαρομάλλα όμορφη κυρά του, δυνατά
-φέρτα μωρέ, ίντα κάνεις, φέρτα μη γίνει τσι μουρλής-.

Αφιερωμένο σε όλους που πέρασαν από τη Σούδα

Sorry, this website uses features that your browser doesn’t support. Upgrade to a newer version of Firefox, Chrome, Safari, or Edge and you’ll be all set.