"Αβασκαμός": Το μάτιασμα, η πρόκληση βλάβης με την επήρεια του βλέμματος κάποιου άλλου ή της σκέψης του. Από το αρχ. ελλ."βάσκανος"= αυτός που ματιάζει ή που προκαλεί βλάβη σε άλλον με το βλέμμα ή τη σκέψη του. Το αρχικό -ά δεν είναι στερητικό, αλλά τίθεται από τους Σαρ. χάριν ευφωνίας. (Γ. Μπαμπ. Σελ. 359, Δ. Δημητράκου σελ. 298).
«Βαβά και βαύω» = η γιαγιά, η γριά, η μητέρα των
γονέων μου.
«Βαύω» λεγόταν κατά τον Όμηρο η τροφός της θεάς Δήμητρας.
"Γάβρος":Είδος θάμνου. Από το μεταγενέστερο "γράβιον" (Σ. Ψάλτ. στην Αθηνά 26 ΛΑ 55, Μ. Στεφανίδ. στο Λεξ. Αρχ. 6,210). Κατά C. Meyer, N.S. 5,24 από το σλαβ. Gabru<grabru.
«Δεματσούλα» = μικρό δεμάτι θάμνων (πουρνάρια, κέδρα, παλιούρια) χρησιμοποιούμενο για την κατασκευή, το κλείσιμο, το φράξιμο των ποιμενικών εγκαταστάσεων. Με αυτά έφτιαχναν τα πρόχειρα μανδριά.
Από το ομηρικό «δέμω» = κτίζω, οικοδομώ, από το οποίο παράγεται το «δεμάτων», υποκοριστικών του «δέμα -τος» = μικρόν δέμα.
«Είσμπα» = στενό κοίλωμα, άνοιγμα βράχου, σχισμή βράχου, που με πολύ δυσκολία μπαίνει κάτι (άνθρωπος, ζώο) μέσα.
Από το «εις» και το ομηρικό «εμβαίνω» = πηγαίνω εντός, μπαίνω μέσα, εισέρχομαι σε κάτι, υπάγω, χωρώ, προχωρώ.
"Ζάβατος": Θόρυβος, οχλοβοή, κυρίως θόρυβος από τα πέλματα των πολλών ζώων που διαβαίνουν τρέχοντας ή περπατούν γρήγορα όλα μαζί.
Από το αρχ.-ελλ. "ζάβατος": περαστικός, διαβατός, ο διαβάτης (Αιολ. Σαπφώ 150 Bgk) ή το "ζάβοτος": πολύφορ- βος και πολύκτηνος (Ησύχιος, Φώτιος, Σουίδας).
Ίσως όμως να προέρχεται η λέξη "ζάβατος" και από το "ζώον-α" (και ζα) και το ρήμα "βαίνω" (Ιλ. Ρ. 359, Πλάτ. Φαίδρ. 252 Ε).
«Ήγκαιρο» ή «ήγκυρο» =γάλα, το γάλα των πρώτων ημερών της προβατίνας που γέννησε, το πρωτόγαλα, η κολιάστρα.
Από τη λέξη «έγκαιρος» = ο γινόμενος εγκαίρως, ο λαμβανόμενος στον πρέποντα, το δέοντα καιρό, που προήλθε από την ομηρική λέξη «καίριος -η -ον» = επίκαιρος, ο εις αρμόδιον τόπον λεγόμενος ( Δ, 485. θ, 84. 326. Λ, 439).
"Θαλά":Οτι θά, ότι τάχα θα, ότι τάχα θέλω νά.
Σαρ. φράση: "Μούπε ότι θαλά ν'άρθει, άλλά δέν ήρθι". Κατά την προσωπική μου γνώμη: Πιθανή προέλευσή του από το ρήμα θέλω και το μόριο Να που συνδυαζόμενα εξελίσσονται σε θέλ-να και θαλά.
«Ίγγλα» = η ζώνη με την οποία δένεται σφιχτά το σαμάρι στο σώμα του αλόγου, η «ζώστρα».
Από το «γιγγλυμός» = στρόφιγξ, θλακωτήρι, το θηλύκωμα των αρμών του σώματος, η κλείδωσις και τη λέξη «γίγγλα», που παράγεται από το ρήμα «γιγγλυμόομαι» = ενώνομαι (Σ. Βυζ. Α - Μ 2500).
"Κάδη":Ξύλινο εργαλείο μέσα στο οποίο "χτυπιόταν" με το βουρτσόξυλο η "κορφή" δηλαδή το ξυνισμένο γάλα, που προορίζεται για αποβουτύρωση. Η κάδη λέγεται και βούρτσα.
Από το αρχ.-ελλ. "κάδος" (Ν. Ανδρ. 138).
«Κοπάδι»= το ποίμνιον από πρόβατα ή γίδια ή βόδια.
από το ομηρικό «κόπτω», διότι κόπτονται για τροφή των ανθρώπων (Αδ. Κοραής ΔΙ σελ. 242).
Στους Βυζαντινούς το «κοπάδι» λεγόταν «κόπαιον».
Κατά τον Ν. Ανδρ. - 164 το «κοπάδιον» είναι υποκοριστικό της αρχαίας λέξης «κοπή» = τομή, σφαγή.
"Λάγανο": Χόνδρος που σχηματίζεται στο υπερώο του στόματος του ζώου (άλογου, μουλαριού , γάϊδουριού κ.λ.π.) κοντά στα επάνω δόντια και το εμποδίζει να βοσκήσει.
Οι Σαρ. χειρουργούσαν το χόνδρο αυτό και τον αφαιρούσαν.
Παρακολούθησα τέτοια χειρουργική επέμβαση: Χειρουργός ο πατέρας μου. Άνοιξε το στόμα του ζώου. Έβαλε στο στόμα του, ανάμεσα στις σιαγόνες του ένα χονδρό ξύλο για να μη μπορεί να κλείσει το στόμα του και στη συνέχεια με ένα πολύ κοφτερό μαχαίρι έκοψε το λάγανο. Δέν πρέπει να πόνεσε το ζώο. Δε θυμάμαι αν μάτωσε. Μάλλον όχι. Μεταγενέστερα "Λάγανον" (Ησύχιος Λάγανα) - το λεπτόν και ευρύ πλακούντιον εξ αλεύρου και ελαίου, ώς τα Ιτρια (Μάτρων παρ' Αθην. 656 F πρβλ 110 Α "ελκϋειν λάγανον" Αθήν. 647 Ε).
"Μαγαρίζω" = Μιαίνω, λερώνω.
"Μαγαρσιά" = Η ακαθαρσία, τα ανθρώπινα περιττώματα.
Από το αρχ.-ελλ. "μεγαρίζω" = λατρεύω σε μέγαρα, δηλ. σε σπήλαια, τη Δήμητρα, είμαι εθνικός και όχι χριστιανός (Ν. Ανδρ. εν. αν. σελ. 193, μετοχή: μαγαρισμε'νος = εκείνος που λαμβάνει μέρος σε ειδωλολατρικές τελετές μέσα σε σπήλαια, μιαρός (Κ. Αμαντ. Γλωσσ. Μελετ. 111 κ.εξ. - Γ. Χατζ. ΜΝΕ 2. 334 Φ. Κουκουλ. Βυζαντ. Βίος 5 παράρτ. 54 κ.εξ.).
"Νάμ" = Δώσε μου, να μου δώσεις, φράση που τη λέει ο Σαρ. απλώνοντας το χέρι για να πάρει κάτι από κάποιον άλλο, μοίρασε και σε μένα. Σαρ. φράση: "Νάμ λίγο ψωμί μάνα". Πιθανή προέλευση του από το αρχαίο ελληνικό ρήμα "νέμω" = διανέμω. Ίσως όμως να αποτελεί σύντμηση και της φράσης "να μου δώσεις", που κατά τη συνήθεια των Σαρ. περιορίσθηκε στο "νά μ' δώσεις" και στη συνέχεια στο "νά μ' ", με το οποίο συνοδευόμενη από τη σχετική κίνηση του χεριού εξεδήλωνε πλήρως την πρόθεση του ζητουντας κάποιο πράγμα.
"Ξαγκ(υ)λίζω": Ξεμπερδεύω, ξεμπλέκω τα ανακατωμένα μαλλιά, ισιώνοντας τις τρίχες τους, ξαίνω τα μαλλιά. Η εργασία αυτή γινόταν από τις Σαρακατσιάνες γυναίκες με λανάρια ή με ειδικό χτένι με σιδερένια δόντια, όπως και
τα λανάρια.
Το "ξάγκλισμα" των μαλλιών γίνεται μετά το πλύσιμο και το στέγνωμα τους και ήταν αναγκαίο για να ακολουθήσει το γνέσιμο. Το ειδικό χτένι με το οποίο χτενίζονταν και ξεπλέκονταν τα μαλλιά των προβάτων πάντοτε λεγόταν "ξαγκλόχτενο".
Ίσως να σχηματίζεται από την πρόθεση "εκ" που συνηθέστατα μετατρέπεται σε "ξ" και το αρχ.-ελλ. "αγκυλος,-η,-ον" = κυρτός, κεκυρτωμένος, γιατί με το χτένισμα τα μαλλιά ισιάζουν και παύουν να είναι αγκυλωτά και μπερδεμένα.
"Οϊδίζω"=ομοιάζω, είμαι ίδιος με κάποιον ή με κάτι άλλο, έχω τα ίδια γνωρίσματα με κάποιον άλλον. Σαρ. φράση: "Το παιδί οϊδίζει στόν πατέρα τ' ". Πιθανώς από τον παρακείμενο του ρήματος "είδω", που είναι "οίδα" που στην αιολική απαντάται ως "οίδα" =γνωρίζω, γινώσκω καλώς, φαίνομαι, φαίνομαι ότι είμαι (Ιλ. Α. 228, Οδ. I, 11, Αλκαίος 141).
«Παγούρι» = μικρό μεταλλικό δοχείο ύδατος με φρασσόμενο στόμιο με πώμα.
Από το ομηρικό «πάγουρος» (Λεξ. Νικολάί'δη σελ. 401), που έμεινε και στο Βυζάντιο ως «πάγουρος» και σημαίνει είδος καρκίνου (κάβουρα) έχοντος σκληρό και τραχύ όστρακο. Το «παγούρι» έχει σχήμα κάβουρα.
«Ράγα» = η θηλή του μαστού, η ρώγα του μασταριού.
Από το «ραξ - ραγός» = ρώγα, κόκκος (Hoeg.II, 12).
"Ραιβός, α": Στραβός, όχι ευθυτενής, όχι ίσιος κατά το βάδισμα, κυρτός, καμπούρης.
Από το αρχ. "ραιβός,-ή,-άν"= καμπύλος, κυρτός, μάλιστα επί των εχόντων τα σκέλη καμπύλα είς τα ένδον, στραβοπόδης. (Αριστ. π. Σοφιστ. Ελέγχ. 31,3, Λυκόφρων 262).
«Σαίια»= τα ρούχα που φορούν οι Σαρακατσιάνοι, αλλά και οι αποσκευές της σαρακατσιάνικης οικογένειας, που φορτώνονταν ,στα ζώα και μεταφέρονταν από τόπο σε τόπο επάνω στα σαμαρωμένα ζώα.
Πιθανή προέλευση από το«σάγη» ή «σαγη»= (πλην άλλων) οικοσκευή, έπιπλα, σκεύη ή από το αρχαίο ελληνικό «σάγμα» που πλην άλλων σημαίνει και «στοίβα»,«σωρός πραγμάτων».
Είναι πολύ πιθανή η εξέλιξη της λέξης«σαγη -αί»ή «σάγη - σάγαι» σε «σάγια» και «σαίια» =οικοσκευή που μεταφέρεται στα σαμάρια.
"Τάγιστρον" = Το μερίδιο τροφής ενός πηριδίου (τουρβά) (Κ. Πορφυρογ. Εκθεσ. Βασ. Τάξ. 462, Νικήτ. 643).
"Ταή": Η τροφή, το χορτάρι, η ξηρονομή για τα ζώα, η κανονισμένη τροφή, το κανονισμένο σιτηρέσιο. Σαρ. φράση: "Τόν πήρα τζιομπάνο με ταή μαζί".
Από το αρχ.-ελλ. "τάσσω", αόρ. β' "ετάγην" = βάλλω είς τάξιν, τακτοποιώ, παρατάσσω, τοποθετώ (Ξεν. Οι κ. 4,5, Πλάτ. Νομ. 625 6, Διόδ. 11,41, Ευρ. Αποσττ. 975 Yagn.).
"Υφάδι" = Το νήμα που στον αργαλειό συμπλέκεται -υφαίνεται με το στημόνι και παράγεται το ύφασμα. Από το αρχ.-ελλ. "υφή" = ύφεσις, ύφασμα, το ύφασμα της αράχνης (Αισχ. Αγαμ. 949 Ευρ. Ιων. 1146, εξ ού το υποκοριστικό "υφάδιον" I. Τ .814). (Κ. Κόντος Αθηνά 9,80 Χ. Χαρίτων. Αθηνά 24,257).
«Χαβδώνω» = καβαλικεύω τη θράκα της βάτρας (τα αναμμένα κάρβουνα) για να ζεσταθούν τα καλυπτόμενα από τα ρούχα κάτω άκρα και το ανάμεσα σ' αυτά μέρος του σώματος. Η κατάσταση αυτή ή μάλλον η θέση που παίρνει ο ζεσταινόμενος με ανοιχτά τα πόδια ή αντικρυστά με τη φωτιά ή πάνω από τη φωτιά λέγεται «χάβδα».
Πιθανώς από το ομηρικό «χάσκω» ή «χαίνω», που στον μέλλοντα γίνεται «χαυνούμαι» = ανοίγω πολύ (το στόμα κυρίως), κοιτάζω κάτι με ανοιχτό το στόμα, «χαζεύω με ανοιχτό το στόμα» (Δ, 182. Ζ, 281. Θ, 150). Σχετικό και το «χαύνος -η -ον» = χάσκων, κενός και το «χαυνόω -ώ» = γίνομαι χαύνος, χαλαρούμαι και το «χαύνωσις -εως» - χαλάρωσις.
Η κατάσταση της χαλάρωσης στην οποία περιέρχεται αυτός που κάθεται «χά6δα» πάνω ή κοντά στα κάρβουνα δικαιώνει τη σημασία του «χαβδώνω» από το «χαυνούμαι».
Ψαρής» - «ψαρί» άλογο = άλογο ή άλλο ζώο που έχει στο άσπρο χρώμα του μαύρα ή σταχτιά στίγματα. Από το «ψαρός -ά -όν» = όμοιος προς ψάρα δηλ. ο έχων στίγματα, ο κατάστικτος, ο φαιός ίππος. Το «ψαρός» προέρχεται από το ομηρικόν «ψαρ -ρός» = ψαρόνι (Μ. Φιλήντ. Γλωσσογν.1, 176, Ν. Ανδριώτης ένθ. ανω-τέρ. σελ. 434-435).






